Οκτώ χρόνια χωρίς smartphone & social media. Βγαίνω στην αυλή για να δω ….

Πριν από οκτώ χρόνια, βρισκόμενος σε μία παραλία, πήρα μία απόφαση. Απενεργοποίησα το smartphone και όταν επέστρεψα σπίτι το πακετάρισα στη συσκευασία του. Λίγες μέρες αργότερα κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας και το αντάλλαξα με ένα καινούριο Nokia 3310. Ναι, αυτό με τα κουμπάκια.

Παράλληλα, έκλεισα το λογαριασμό που είχα για περίπου ένα χρόνο στο Facebook, μετά από πολλές, μα πολλές προσπάθειες, καθώς το facebook προσπαθούσε να με αποτρέψει!

Η απόφαση να απαλλαγώ από το smartphone λήφθηκε όταν διαπίστωσα ότι το χέρι μου πήγαινε, κυριολεκτικά, μόνο του να το πιάσει. Ακόμα κι όταν, αφού το συνειδητοποίησα, είπα στον εαυτό μου «όχι, δεν θα το πιάσεις για την επόμενη μία ώρα», αυτό στάθηκε αδύνατο! Μετά από λίγο, το χέρι μου, δίχως υπερβολή, αυτονομήθηκε πάλι, απλώθηκε και το έπιασε.

Έμεινα κόκκαλο! Το χέρι μου, σε ότι αφορούσε το smartphone, λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη θέλησή μου! Συνειδητοποίησα ότι μία συσκευή είχε αποκτήσει φαινομενικά τον έλεγχο του χεριού μου, αλλά ουσιαστικά ενός μέρους του μυαλού μου.

Αντιλήφθηκα ότι μία άμεση μάχη μαζί του ήταν χαμένη υπόθεση. Η μόνη λύση ήταν να το διώξω. Τελικά, έκανα κάτι παραπάνω. Όχι απλά το έδιωξα, αλλά το απαξίωσα πουλώντας το, εν γνώσει μου, για ευτελές για την αξία του ποσό, με το οποίο αγόρασα ένα κινητό παλιάς τεχνολογίας.

Έπειτα, ακολούθησε το Facebook = βιβλίο προσωπικότητας. Το οποίο δεν βρίσκεται, όπως τα συμβατικά βιβλία/τετράδια, αποκλειστικά στην κατοχή μας, αλλά και στα χέρια αγνώστων. Αυτό ήταν το πρώτο που με ενοχλούσε. Το δεύτερο, ήταν ότι καλλιεργούσε την πληκτρολογική επαφή και ταυτόχρονα το μαρασμό της προσωπικής επαφής. Όμως, υπήρχε κάτι ακόμα το ενοχλητικό. Ότι συνέβαλε στην απατηλή αυτονόμηση του χεριού μου να πιάνει το smartphone, μα στην πραγματικότητα στην αδιάψευστη κυριαρχία επί τμήματος του νου μου.

Αλλά, αυτό που με τρομοκράτησε ακόμα πιο πολύ ήταν η πιθανότητα να υπήρχαν κι άλλες, μέσω του smartphone, παρόμοιες διαστάσεις ελέγχου ή και καθοδήγησης μελών του σώματός μου ή ακόμα χειρότερα, σκέψεων, αντιλήψεων, πράξεων, τις οποίες δεν μπορούσα να αντιληφθώ.

Οκτώ χρόνια μετά, έχοντας αποκαταστήσει τον έλεγχο του χεριού μου και ελπίζω και του μυαλού μου, τη βρίσκω να κάθομαι κάποια βραδάκια στην αυλή του σπιτιού, ακούγοντας μουσική και σιγοτραγουδώ έχοντας το κεφάλι όχι κάτω, προς ένα smartphone, αλλά ψηλά, προς τον ουρανό.

Ένα από τα τραγούδια που απόλαυσα χθες, με τα μάτια στα αστέρια και το λογισμό στη γυναίκα μου, είχε τίτλο «Βγες στο μπαλκόνι να δεις», σε μουσική του Ηλία Μακρίδη και σε στίχους και ερμηνεία του Μπάμπη Στόκα:

Βγες στο μπαλκόνι να δεις

το φεγγάρι που φέγγει την πόλη

και θυμήσου δικές μας στιγμές

δες στα μάτια μου μπογιές

που χρωματίζουν θάλασσες

Και τρέξε με τη σκέψη σου

πιο γρήγορα απ’ το φως

μ’ ανάσα γρήγορη, ζεστή

αγάπησέ με

Βγες στο μπαλκόνι να δεις

το φεγγάρι που αφήνει την πόλη

και θυμήσου τις όμορφες στιγμές

δες στα μάτια μου φωτιές

που κυματίζουν θάλασσες

Κι άγγιξε το λαιμό μου ροζ

με τα χείλη σου τα υγρά

μ’ ανάσα γρήγορη, ζεστή

αγάπησέ με

Βγες στο μπαλκόνι να δεις…

Κωνσταντίνος Μαργέλης

Κάπου στη Λευκάδα, Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

.

Δημοσίευση www.iporta.gr & www.meganisenews.eu

Pin It on Pinterest