Η αρχή της πολιορκίας
«Την 2α Απριλίου με αμέτρητο πλήθος ιππικού και πεζικού έφτασε εκεί ο σουλτάνος και στρατοπέδευσε απέναντι από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού.» (Φραντζής, 2001 (1477), σ. 36)

«Ο σουλτάνος καταμέτρησε στις 10 του μηνός το στράτευμά του. Ιππικό και πεζικό. Είχε συνολικά 258 χιλιάδες στρατιώτες ξηράς και 420 πλοία. Μέσα στη βασιλεύουσα υπήρχαν 4.937 άνδρες, εκτός από τους ξένους που ήταν μόνο 2.000. Το θέμα αυτό το γνωρίζω καλά γιατί, σύμφωνα με διαταγή του αυτοκράτορα, οι στρατηγοί και οι δήμαρχοι πήραν ακριβείς καταλόγους όσων κληρικών και λαϊκών ήταν σε θέση να φέρου όπλα μέσα στα φρούρια.»(Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 39)
Πριν ξεκινήσει η επίθεση της 29ης Μαΐου
Τη νύχτα της Κυριακής της 27ης Μαΐου του 1453, «η θλίψη και η απογοήτευση είχαν καταλάβει το σουλτάνο και το στρατό του. Τους πέρασε η σκέψη να σηκωθούν και να φύγουν την άλλη μέρα λύνοντας την πολιορκία.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 57 &59)
Τι έγινε και δεν έφυγαν;

Ο πρωτοβεστιάριος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Γεώργιος Φραντζής, αναφέρει πως οι Τούρκοι «Είδαν όμως πάλι το φως να κατεβαίνει από τον ουρανό το ίδιο βράδυ που προετοιμάζονταν για να αναχωρήσουν. Τη φορά αυτή το φως δεν «κάθισε» πάνω απ’ την Πόλη. Έφυγε αμέσως και σκορπίστηκε μακριά. Ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του χάρηκαν ιδιαίτερα βλέποντας το φαινόμενο και άρχισαν να λένε: «Να, που τους εγκατέλειψε ο Θεός». Οι σοφοί της ισλαμικής πίστης που συνόδευαν το σουλτάνο και όσοι ερμήνευαν την ασεβή και λαθεμένη θρησκεία των Αγαρηνών υποστήριξαν, ότι αυτό το φως φανέρωνε πως η Πόλη θα γινόταν δικιά τους.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 57)
Την επόμενη μέρα έγινε συμβούλιο και ο Αλή πασάς, πρόεδρος του συμβουλίου «Παριστάνοντας τον λυπημένο είπε στο σουλτάνο «Εγώ είχα αντιληφθεί τι θα γινόταν και σου το είχα πει πολλές φορές απ’ την αρχή, αλλά δεν μ’ άκουσες. Αν και συ εγκρίνεις, είμαι της γνώμης ότι, για να μην πάθουμε τίποτα χειρότερο, πρέπει να διατάξεις να φύγουμε από δω τώρα.» Κόντεψε να πεθάνει από θλίψη και ντροπή όταν άκουσε τα λόγια του ο σουλτάνος. Ήταν δυνατόν να φύγει κυνηγημένος; Όμως ο Σογάν πασάς (ο λεγόμενος Ζαγανός πασάς) μόλις είδε αυτή την άσχημη τροπή που έπαιρνε η κατάσταση, συμβούλεψε το σουλτάνο να συνεχίσει την πολιορκία εναντίον μας. Ανάμεσα στον Αλή και στον Σογάν υπήρχε μεγάλη και κρυφή έχθρα.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 58)
«Την άλλη μέρα ο σουλτάνος θα ξεκίναγε ολοκληρωτική επίθεση εναντίον μας, με όλες του τις δυνάμεις από θάλασσα και ξηρά. Στη Θεία Πρόνοια στηρίζαμε πια τις ελπίδες μας, γιατί ξέραμε ότι το στράτευμα των απίστων ήταν τόσο τεράστιο που αντιστοιχούσε ένας από εμάς σε 500 απ’ αυτούς.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 62)
Στην Πόλη, το απόγευμα της Δευτέρας 28ης Μαΐου 1453, «Ο βασιλέας κατευθύνθηκε στο «αγλάισμα της οικουμένης», τον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας και μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων με δάκρυα στα μάτια. Εκείνη τη νύχτα κοινώνησαν ακόμα και πολλοί άλλοι. Ήταν η τελευταία λειτουργία στη Μεγάλη Εκκλησία της Αγίας Σοφίας, οι έσχατες στιγμές του άφθαστου και υπέροχου Βυζαντινού Μεγαλείου. Ο αυτοκράτορας επέστρεψε μετά στα ανάκτορα και ζήτησε συγχώρεση απ’ όλους.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 68)
Η επίθεση της 29ης Μαΐου
Τα ξημερώματα της Τρίτης 29ης Μαΐου 1453, οι Τούρκοι ξεκίνησαν τη λυσσαλέα επίθεση. Η μάχες ήταν σκληρές.

Κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος «έδινε θάρρος και τους προέτρεπε να πολεμάνε σθεναρά, φωνάζοντας: «Αδέλφια μου και συμπολεμιστές μου, σας εξορκίζω στο όνομα του Θεού, κρατήστε γενναία τις θέσεις σας. Δεν μας επιτίθενται πια οργανωμένα και με σύστημα. Βλέπω τον εχθρικό στρατό να διαλύεται κουρασμένος. Με τη βοήθεια του Θεού, η νίκη είναι δική μας.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 71)
«Οι Τούρκοι είχαν χάσει την υπομονή τους. … Μέσα στη σκόνη, τους καπνούς, τις εκρήξεις και τα βογκητά, τις φωνές των πληγωμένων και το ποτάμι από το αίμα των νεκρών, αρχίζει να διαφαίνεται η μικρή υποχώρηση των Τούρκων.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σσ. 139-140)
Η πρώτη ανατροπή
Ο Παλαιολόγος εξακολουθούσε με κάθε μέσο να τονώνει το ηθικό των πεινασμένων και εξασθενισμένων στρατιωτών, γνωρίζοντας ότι «υποσκάπτεται» εσωτερικά και βέβαιος πως θα μπορούσε να νικήσει αν δεν υπήρχε ο εσωτερικός κίνδυνος. Φέρεται μάλιστα ότι σε κάποια από κείνες τις ώρες, είπε στους απελπισμένους επιτελείς του: «Οι Τούρκοι δεν θα μας νικήσουν. Αν πέσει η Βασιλεύουσα θα πέσει από προδοσία.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 125)
«Τότε, πληγώνεται και εγκαταλείπει ο Ιουστινιάνης, φεύγουν οι άνδρες του, γίνεται σύγχυση και το μέτωπο «ραγίζει».» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 140)
Πράγματι, «ενώ μέχρι εκείνη την ώρα μπορεί να πει κανείς ότι η μάχη έκλεινε υπέρ των υπερασπιστών της Βασιλίδας, από κει και μετά τα πράγματα παίρνουν άλλο δρόμο. Είναι το σημείο που λέει ο Πούσκουλος: «ο ίδιος ο Θεός αρνήθηκε να βοηθήσει». (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 133)

«Από κει και πέρα τα γεγονότα παίρνουν μορφή χιονοστιβάδας. … Δίνουν ο ένας κουράγιο στον άλλο, αλληλοσυγχωρούνται για όσες πίκρες αντάλλαξαν μεταξύ τους και μεταλαμβάνουν των «Αχράντων Μυστηρίων», γιατί είναι πια σίγουρο ότι δεν έχουν πιθανότητες να γλιτώσουν. » (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 133)
Ο περίεργος τραυματισμός του Ιουστινιάνη, «που άλλοι λένε ότι χτυπήθηκε κατά λάθος από κάποιον υπερασπιστή της άμυνας, άλλοι καταμαρτυρούν ότι χτυπήθηκε στο θώρακα και άλλοι λένε ότι χτυπήθηκε στο μηρό», επακολούθησε ενός επεισοδίου μεταξύ Ιουστινιάνη και Λουκά Νοταρά. «Τότε ξέσπασε ο Ιουστινιάνης, που φαίνεται πως τα μάτια του είχαν δει πολλά και καταλάβαινε πια ότι ο αγώνας τους σαμποτάρεται «εκ των έσω».» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 132)
«Ο Κωνσταντίνος ο ΙΑ’ Παλαιολόγος, γενναίος από ιδιοσυγκρασία, ξεπέζεψε στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, πέταξε τη βασιλική χλαμύδα και μαζεύοντας γύρω του τους πιστούς του ανδρειωμένους, άρχισε να σφάζει Τούρκους, με λύσσα και πείσμα.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 140)
Η δεύτερη ανατροπή
«’Ήταν όμως υπεράριθμοι οι Αγαρηνοί που είχαν ανέβει στα τείχη. Ένα πλήθος απ’ αυτούς σκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειπαν πια τα τείχη και έτρεχαν, πατώντας ο ένας πάνω στον άλλο, μέσα στην πόλη για να σωθούν. Φωνές ακούστηκαν την ώρα που συνέβαιναν αυτά μέσα κι έξω στην Πόλη και απ’ τη μεριά του λιμανιού: «Το κάστρο έπεσε. Στήθηκαν τουρκικές σημαίες και το λάβαρο του προφήτη ανεμίζει.» Άρχισαν να υποχωρούν πια άτακτα οι υπερασπιστές της Πόλης ακούγοντας αυτές τις φωνές.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 72)
Τι είχε συμβεί;

«Κάποια τουρκικά αποσπάσματα είχαν μπει ήδη με «αιφνιδιασμό» από την Κερκόπορτα και από τα νώτα είχαν καταλάβει μερικούς από τους μεγάλους πύργους του περιβόλου. Ανέβηκαν σ’ ένα απ’ αυτούς, ανάμεσα στη μικρή και τη μεγάλη Πύλη της Αδριανούπολης, και γκρέμισαν τις σημαίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Αγίου Μάρκου. Οι σημαίες του Ισλάμ φάνηκαν ν’ ανεμίζουν πάνω από το αυτοκρατορικό ανάκτορο και σ’ όλη την Πόλη. Ο Κριτόβουλος μας λέει ότι «… οι γενίτσαροι όρμησαν σαν χείμαρρος απ’ αυτή την πορτούλα, ενώ άλλοι συνέχιζαν με σφοδρότητα τις επιθέσεις τους εναντίον του μεγάλου τείχους. Ο υπόλοιπος στρατός που ερχόταν, μπήκε ορμητικά και διασκορπίστηκε σ’ όλη την Πόλη.»» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σσ. 140-141)
Το τέλος του Παλαιολόγου
«Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μας λέει, ότι την τελευταία ώρα της μάχης, βλέποντας ο Κωνσταντίνος την αγαπημένη του Πόλη να πέφτει στα χέρια των Τούρκων, ακούστηκε να λέει «η Πόλη κυριεύτηκε, κι εγώ ζω ακόμα;» Ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας μας λέει ότι ακούστηκε να φωνάζει «δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου;» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 141)
«Όταν είδε τον αυτοκράτορα να μάχεται για να σώσει την Πόλη, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος μαχόμενος ηρωικά φώναξε με λυγμούς: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 73)

Τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, «Οι τελευταίοι που τον είδαν να χάνεται, με όσους είχαν μείνει γύρω του, τον είδαν να εξαφανίζεται μέσα σε καπνούς, πυροβολισμούς, ουρλιαχτά και αλαλαγμούς, σ’ ένα τοπίο από θολές και άγριες μορφές γενίτσαρων και ατάκτων. Μέσα σ’ αυτή τη φρικαλέα, σκοτεινή και ματωμένη σκηνή χάθηκε η επίγεια μορφή του βασιλέα και αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ’ του Παλαιολόγου.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 141)
Όταν έπεσε η Πόλη
«Το τι επακολούθησε δεν το χωράει το μυαλό του ανθρώπου. … Σε κάποια μέρη δεν μπορούσε κανείς να διακρίνει το έδαφος από τη σωρεία των πτωμάτων και το αίμα που έτρεχε σε ρυάκια. Αιχμαλώτισαν και άρπαξαν όσους και όσες βρέθηκαν στο δρόμο τους. Νέες κοπέλες, αρχόντισσες και καλόγριες, σέρνοντας απ’ τα μαλλιά στους δρόμους έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει για να σωθούν. Τι μπορεί να λεχθεί για τα βογκητά και τα κλάματα των παιδιών, για τους ιερούς και άγιους ναούς που λεηλατήθηκαν; … Τώρα βλέπεις τον τεράστιο και ιερό εκείνο ναό της του Θεού Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το δεύτερο στερέωμα, το καύχημα όλης της γης, το ωραίο και ωραιότερο από τα ωραία, που στα άδυτα του, πάνω στα θυσιαστήρια και τις Άγιες Τράπεζες έτρωγαν, έπιναν και ασελγούσαν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 75)

«Οι σκοτωμένοι ήταν άνδρες, γυναίκες, παιδιά, χωρίς εξαίρεση και χωρίς φραγμούς. … Ανοίγονταν λειψανοθήκες και τα σκηνώματα των Αγίων ατιμάζονταν. … Μερικά απ’ αυτά πετάχτηκαν στ’ αφοδευτήρια. Τα δοχεία, τα μπουκάλια και τα δισκοπότηρα, που είχαν δεχτεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τους χρησίμευαν για να πίνουν και να μεθάνε.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 145)
Η άγνωστη πτυχή του Κωνσταντίνου
Ο Φραντζής τονίζει για τον Παλαιολόγο πως «Δίχως να σκεφτεί καθόλου, πώς να σώσει τη δική του ζωή, ο αείμνηστος αυτοκράτορας και δεσπότης μου έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, είτε φανερά είτε μυστικά, για να σώσει την Κωνσταντινούπολη και την αυτοκρατορία. Αν το ήθελε είχε την ευχέρεια να φύγει την οποιαδήποτε στιγμή, αλλά δεν το έκαμε. Σαν τον καλό ποιμένα που θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων, αγωνίστηκε μέχρι τέλος. Τις προσπάθειες και τους κόπους που κατέβαλε, τις ξέρουμε μόνο εγώ και ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Όλοι ζητούσαν ανταλλάγματα και όλοι ζητούσαν να εκμεταλλευτούν την τραγική θέση του. ….

… Ποιος μοίραζε χρήματα και βοήθησε τους φτωχούς, όσο κανένας; Ποιος απ’ όλους έκανε αμέτρητες προσευχές στο Θεό, νηστείες και δεήσεις με ιερωμένους ή μόνος του, για να ευδοκήσει η Χάρη του Κυρίου και να ελευθερωθούν οι χριστιανοί που είχαν σκλαβώσει οι αλλόπιστοι; Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τα γνώριζαν όλα αυτά και ως συνήθως έλεγε ο καθένας τα δικά του.» (Φραντζής, 2001 (1477-78), σ. 91)
Τα βαθύτερα αίτια της πτώσης
«… αρκετά χρόνια προ της πολιορκίας και της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης ένας σοφός θεολόγος και συγγραφέας της εποχής εκείνης, ο Στουδίτης μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, που διετέλεσε δάσκαλος του περίφημου Μάρκου του Ευγενικού, σε επιστολές και ομιλίες του διατραγωδεί τη ριζική διαφθορά που είχε εξαπλωθεί σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας της Βασιλίδας και είχε παραλύσει τα πάντα.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 127)

«Είχε διαβρωθεί η συνείδηση των κατοίκων και πολιτών της αυτοκρατορίας από τους φατριατισμούς και τις διαφόρου τύπου παρασυναγωγές. Ο καθένας κοίταζε μόνο τον εαυτό του, χωρίς να νοιάζεται για την τύχη του κράτους και των συμπολιτών του. Τίποτα δεν έστεκε όρθιο στο Κράτος του Μεγάλου Κωνσταντίνου και κανείς δεν ενδιαφερόταν για την όποια συνέχειά του, εκτός βέβαια από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τους ελάχιστους που είχαν αποφασίσει να μην παραδώσουν την Πόλη στο Μωάμεθ. Η «εώς μυελού οστέων» διαφθορά της συντριπτικής πλειονότητας της συνείδησης των πολιτών, η ανύπαρκτης αποτελεσματικότητας και ισχύος κρατική μηχανή, η γενική ραθυμία, μπροστά στην ανάληψη κάθε σοβαρού πολιτικού ή στρατιωτικού έργου, η δογματική αντιπαλότητα που ξεπέρασε κάθε όριο εχθρότητας, τα ξένα συμφέροντα, τα κατάλοιπα της Δ’ Σταυροφορίας και όλα τα εκφυλιστικά μειονεκτήματα μιας παρηκμασμένης κοινωνίας δεν άφηνα περιθώρια για αναστροφή πορείας.» (Μελισσείδης, 2001 (1998), σ. 127)
Κωνσταντίνος Δ. κ Φ. Μαργέλης
Κάπου στην παρηκμασμένη Ελλάδα, Πέμπτη 28η Μαΐου 2026
Υστερόγραφο
Βόσπορος – Ερμηνεία Αλκίνοος Ιωαννίδης, Στίχοι/Μουσική Νίκος Ζούδιαρης
Τα πνεύματα επιστρέφουνε τις νύχτες
Φωτάκια από αλύτρωτες ψυχές
Κι αν δεις εκεί ψηλά στις πολεμίστρες
Θα δεις να σε κοιτάζουνε μορφές
Και τότε ένα παράπονο σε παίρνει
Και στα καντούνια μέσα σε γυρνά
Η Πόλη μια παλιά αγαπημένη
Που συναντάς σε ξένη αγκαλιά
Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο
Αλλάζουνε εντός μου τα σύνορα του κόσμου …
Πηγή/Βιβλιογραφία
Εάλω η Πόλις, (1. Το χρονικό της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, Γεωργίου Φραντζή, Πρωτοβεστιάριου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 2. Συνοπτική Ιστορία των γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο 1440-1453, Ιωάννη Α. Μελισσείδη), Αθήνα, 2001, εκδόσεις Βεργίνα
