1821: Μύθοι και Αλήθειες

Η σχέση των επαναστατημένων Ελλήνων με την Ορθοδοξία

Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας σε εγκύκλιό του έγραφε:

Ο άνθρωπος, που μόλις αποτίναξε τον ζυγό, μπορεί να φέρει γρήγορα το πνεύμα του σε φιλελεύθερες αντιλήψεις, αλλά, για να εφαρμόσει αυτές τις ιδέες, χρειάζονται περισσότερα, χρειάζεται η καρδιά αυτού του ανθρώπου να είναι προικισμένη με φωτισμένη καλοσύνη, τέτοια όπως εκείνη που διδαχθήκαμε από το Ευαγγέλιο: έξω από αυτό τίποτα το πραγματικό καλό.

O αρχηγός (όχι η αόρατος αρχή) της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, μετά από αίτημά του, εξομολογήθηκε, μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και απήγγειλε το «Πάτερ Ημών».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αφηγείται στα απομνημονεύματά του:

«Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μονής. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο και εχαλάσθη εις την πρώτη Τουρκιά. Όταν επέρασα, ήτον μια μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη εκκλησιά με κλάδους δένδρων. Τότε έταξα ότι: Παναγιά μου, βοήθησέ μας να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον Τύραννο και να σε φκιάσω καθώς ήσουν και πρώτα. Με εβοήθησε, και εις τον δεύτερον χρόνον της επαναστάσεώς μας το επλήρωσα.»

Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος, Α’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων, Επίδαυρος, 15 Ιανουαρίου 1822:

 «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων.»

Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος, Β’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων, Άστρος, 18 Απριλίου 1823:

«Ομοίως Έλληνες είναι, και τα αυτά απολαμβάνωση δικαιώματα, όσοι έξωθεν ελθόντες, και την Ελληνικήν φωνήν πάτριον έχοντες, και εις Χριστόν πιστεύοντες, ζητήσωσι, παρρησιαζόμενοι εις τοπικήν Ελληνικής επαρχίας αρχήν, να εγκαταριθμήθωσι δι’ αυτής εις τους πολίτας Έλληνας.»

Για να ήταν κάποιος Έλληνας πολίτης, σύμφωνα με τους επαναστάτες προγόνους μας του 1821, δεν έφτανε να είχε γεννηθεί στην Ελλάδα ή να είχε ελληνική καταγωγή και να μιλά την ελληνική γλώσσα. Για να ήταν κάποιος Έλληνας έπρεπε να πιστεύει στον Χριστό.

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ και ο ψεύτικος αφορισμός της επανάστασης

Όπως τονίζει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, νομικός, διδάκτορας Κοινωνιολογίας, Οθωμανολόγος και συνεργάτης του Εργαστηρίου Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών του Πανεπιστημίου Πειραιά:

Ο αφορισμός της Επανάστασης δεν ήταν αποτέλεσμα της βούλησης του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’. Ήταν απόφαση μιας Κληρικολαϊκής Συνέλευσης από 72 εγκρίτους Ρωμηούς της Πόλης, εκ των οποίων οι 49 ήταν λαϊκοί και οι 23 Κληρικοί – Αρχιερείς.

Στη σύναξη αποφασίστηκε, οι μεν λαϊκοί να υποβάλλουν αναφορά αποκήρυξης της επανάστασης και δήλωση υποταγής, οι δε Κληρικοί να συνθέσουν την πράξη του αφορισμού που τους ζητήθηκε από την Υψηλή Πύλη για να καθησυχάσουν τους Οθωμανούς, επειδή οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως απειλούντο με σφαγή. 

Ο αφορισμός, εκτός του ότι επίτηδες δεν εξεδόθη με τις απαραίτητες προϋποθέσεις του κανονικού δικαίου (και επομένως ήταν ανυπόστατος), συγχρόνως το κείμενο ήταν αόριστα διατυπωμένο. Ο στόχος ήταν για να ριχτεί «στάχτη στα μάτια» των Τούρκων και να αποφευχθούν οι σφαγές. Ταυτόχρονα, να λάβουν οι επαναστάτες το μήνυμα πως ο αφορισμός είναι «ψεύτικος» και να ξεκινήσουν την επανάσταση χωρίς ηθικές/θεολογικές αναστολές.

Το γεγονός επιβεβαιώνει, πρώτον, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης σε επιστολή που απέστειλε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τους Σουλιώτες (Θ. Ζήση, Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ στη συνείδηση του Γένους, εκδόσεις του Γένους, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 27):

«Ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά τας Πόρτας (Υψηλή Πύλη) σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρείται ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου».

Δεύτερον, ο Οθωμανός ιστοριογράφος Ahmet Cevdet Pasha (βλ. Νικηφ. Μοσχόπουλο: Πώς είδαν οι τούρκοι ιστοριογράφοι της ελληνική επανάσταση), όπου αναφέρει πως συνελήφθη  «ταχυδρόμος» του Γρηγορίου Ε’ με 50 επιστολές του προς τους επαναστατημένους, στις οποίες τους έλεγε να μην λάβουν υπ’ όψιν  τους τον ανυπόστατο αφορισμό και να συνεχίσουν την επανάσταση.

Αυτός ο «ανυπόστατος/ψεύτικος» αφορισμός, οι επιστολές προς τους επαναστατημένους και τα γεγονότα της Πελοποννήσου, στάθηκαν ικανά να εκδοθεί διαταγή εκτελέσεως (απαγχονισμού) του Πατριάρχη την Κυριακή του Πάσχα, 22 Απριλίου 1821. Κρεμάστηκε στην κεντρική πύλη της εισόδου του Πατριαρχείου στο Φανάρι. Η διαταγή γράφτηκε σε ένα χαρτόνι (γιαφτά) και «φορέθηκε» στον λαιμό του Πατριάρχη, αναγράφοντας μεταξύ άλλων:

«… κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως,  … εγνώριζε πάσας τας βιαίας κακουργηματικάς εγκληματικάς πράξεις, ας τινές υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων. … » 

Κάποιοι Οθωμανοί μουσουλμάνοι ιερείς του πρότειναν να διαφύγει για να μην εκτελεστεί. Αλλά ο Πατριάρχης απάντησε με επιστολή, την οποία διασώζει ο Ahmet Cevdet Pasha, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει:

«Μη με προτρέπεται εις φυγήν, μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείται, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω…ουχί! Εγώ δια τούτω είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου… ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου…».

Ο  «ανυπόστατος/ψεύτικος» αφορισμός συνέβη μόνο μετά την έκδοση διαταγής από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, με την οποία διέτασσε τη σφαγή όλων των Ρωμηών της Αυτοκρατορίας. Η σκληρή αυτή απόφαση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη σχεδίου επανάστασης στην Κωνσταντινούπολη από τους Φιλικούς και δολοφονίας του ιδίου.

Όμως, για να αποκτήσει ισχύ η διαταγή έπρεπε να έχει την θρησκευτική έγκριση του σειχ-ουλ-ισλάμ με την οποία θα επιβεβαιωνόταν ότι βρίσκεται εντός των ορίων του Κορανίου και ότι δεν αντίκειται στον ισλαμικό νόμο. Ο Σειχ-ουλ-ισλάμ που ονομαζόταν Χατζή Χαλίλ, Κιρκάσιος στην καταγωγή, αρνήθηκε να  υπογράψει την εντολή του σουλτάνου, παρ’ όλες τις έντονες πιέσεις που δέχτηκε. Για αυτό και συγκρούστηκε  σκληρά με τον Χαλέτ εφέντη, τον πρωθυπουργό (Μεγάλο Βεζίρη) της Αυτοκρατορίας.

Ο Χατζή Χαλίλ ειδοποίησε τον Πατριάρχη για τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε το ποίμνιό του και του ζήτησε να προβεί στη συμβολική πράξη αφορισμού των πρωταιτίων, ώστε να θεωρηθεί ότι ο φετφάς αντίκειται στον ισλαμικό νόμο γιατί καλούσε σε εξόντωση αθώων. Έτσι ο Πατριάρχης αποφάσισε να εκδώσει τον αφορισμό των επαναστατών για να προστατεύσει τα μέλη του ελληνορθόδοξου μιλέτ από αφανισμό, χάνοντας τελικά τη ζωή του.

Ο Χατζή Χαλίλ πλήρωσε με τη ζωή του και με την καταστροφή της οικογένειάς του την απόφαση να μη συναινέσει στη θανάτωση των χριστιανών της αυτοκρατορίας.

Παρόλα αυτά, μόνο στην Κωνσταντινούπολη θεωρείται ότι περί τις 10.000 Ελλήνων έχασαν τη ζωή τους από το φανατισμένο μουσουλμανικό όχλο, ενώ αντίστοιχα γεγονότα έγιναν τόσο στις βαλκανικές περιοχές του ελληνισμού, όσο και στις μικρασιατικές.

Το κρυφό (εκκλησιαστικό) σχολειό

Ο Οθωμανολόγος Δημήτρης Σταθακόπουλος αναφέρει:

Το εκπαιδευτικό σύστημα κατά την τουρκοκρατία ποικίλει ανά αιώνα και ανά σουλτάνο. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα είχαν ιδρυματική μορφή και συντηρούντο από ίδια κεφάλαια, τα οποία εάν δεν είχαν, έκλειναν. Οι δάσκαλοι μάθαιναν ιερατικά κυρίως γράμματα στους σπουδαστές και πληρώνονταν από αυτούς.

Δεν υπήρχε δημόσιο ενιαίο, ούτε υποχρεωτικό πρόγραμμα σπουδών, ούτε η μαθητεία σ’ αυτά ήταν υποχρεωτική. Με αποτέλεσμα να φοιτά σε αυτά το πολύ το 10% του νεανικού πληθυσμού. Το υπόλοιπο 90% ήταν αναλφάβητο! Σημειωτέον, ότι ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, σε όλη την καθηγητική 40χρονη πορεία του «έβγαλε» ελάχιστους αποφοίτους στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Επίσης, η παιδεία (εκπαίδευση) ήταν προνόμιο και όχι δικαίωμα. Αυτό σημαίνει ότι όποτε ήθελε ο εκάστοτε σουλτάνος ή τοπάρχης αφαιρούσε το προνόμιο της εκπαίδευσης (παιδείας) και όποτε ήθελε το επανέφερε. Συχνά όμως και περιοχές που είχαν το προνόμιο και τα οικονομικά μέσα να πληρώνουν δάσκαλο και να συντηρούν ένα σχολείο, τούτο τους αφαιρείτο και τα παιδιά αναγκαζόντουσαν να βλέπουν το δάσκαλό τους «στα κρυφά» και μάλιστα σε όποιο «κρυφό» χώρο μπορούσαν. Αυτό συνέβαινε γιατί παραβίαζαν διοικητική εντολή και εάν ανακαλύπτονταν θα είχαν βαριές συνέπειες. Ο δάσκαλος ίσως και σε θάνατο. Απ’ αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις, που δεν ήταν λίγες, ούτε σπάνιες, προέκυψε το θέμα, – για άλλους μύθος -, του «κρυφού σχολειού».

Ο Αναστάσιος Γούδας, διδάκτορας της ιατρικής και μέλος διαφόρων επιστημονικών και φιλανθρωπικών εταιριών, στον β’ τόμο του έργου του «Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», όπου πραγματεύεται περί «Παιδείας» (εν Αθήναις 1870, σελ. κε’ κ.εξ.) γράφει:

«Σμικρόν κατά σμικρόν η διδασκαλία μετεφέρθη από των σκητών και των σπηλαίων εις τους νάρθηκας των εκκλησιών, ένθα και σήμερον έτι διδάσκουσιν εν τισι των υπό την Τουρκία ελληνικών χωρών. Τα δημόσια σχολεία τότε ήσαν παντελώς κατηργημένα· μόνον εν τοις Πατριαρχείοις της Κωνσταντινουπόλεως και εν αποκέντρω τινί πόλει διετηρήθησαν, ως λέγεται, ατελείς τινες σχολαί· ανώτερα δε εκπαιδευτήρια δεν εδύναντο να συστηθώσι.»

Ο Φωτάκος, που ήταν υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, αναφέρει στα απομνημονεύματά του: «Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν διά την παιδείαν, η οποία εσυνίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα και ολίγην αριθμητικήν, ακανόνιστον. Εν ελλείψει δε διδασκάλου, ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους» (Φωτάκου, «Απομνημονεύματα»).

Ενώ ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος γράφει: «Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθει τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάσουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και διά τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος.» (Δ. Κόκκινος, «Η Ελληνική Επανάστασις», Τόμος 1, Αθήναι 1976, σ. 21).

Επίσης, ο κορυφαίος Έλληνας ιστορικός Νίκος Σβορώνος αναφέρει: «Οι αξιόλογες προσπάθειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την εκπαίδευση, η οποία στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της, με μοναδικούς δασκάλους τους μοναχούς και τον κατώτερο κλήρο (στα σχολεία που λειτουργούσαν στις εκκλησίες και στα μοναστήρια ως την κάποιαν ανώτερη παιδεία των διαφόρων μητροπόλεων και της Πατριαρχικής Ακαδημίας, που ίδρυσε αμέσως μετά την Άλωση ο Γεννάδιος και αναδιοργάνωναν οι διάδοχοί του), οι αγώνες για τη διαφύλαξη της Χριστιανικής πίστης και την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, τα μέτρα για το σταμάτημα των εξισλαμισμών αποτελούν θεμελιακή συμβολή για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων.»

Ο μύθος της ανεξαρτησίας μας εξαιτίας της Ναυμαχίας του Ναυαρίνο

Όπως εξηγούν ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, Μελέτης Μελετόπουλος και ο διδάκτωρ  κοινωνιολογίας της ιστορίας και πολιτισμού (οθωμανικής περιόδου) Δημήτρης Σταθακόπουλος:

Γνωστὸς ἀστικὸς μῦθος εἶναι ὅτι ἡ Ἐπανάσταση ἡττήθηκε στρατιωτικὰ ἀπὸ τὸν Ἰμπραὴμ καὶ διασώθηκε χάρις στὴν παρέμβαση τῶν τριῶν στόλων στὸ Ναυαρῖνο. Τὰ γεγονότα ὅμως διαψεύδουν κατηγορηματικὰ αὐτὸ τὸ παραπλανητικὸ ἀφήγημα.

Η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών, καθώς και η εμφάνιση ερίδων μεταξύ των Ελλήνων, έδωσαν την ευκαιρία ώστε η ἀρχικὴ πορεία τοῦ Ἰμπραὴμ να είναι νικηφόρα. Νίκησε σὲ διαδοχικές μάχες τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα στὴν Σφακτηρία καὶ στὰ Κρεμμύδια. Προωθήθηκε στὴν Ἀρκαδία, παρὰ τὴν λυσσαλέα ἀντίσταση τοῦ Παπαφλέσσα στὸ Μανιάκι. Στὴν συνέχεια κατέλαβε τὴν κατεστραμμένη Τρίπολη.

Όμως, ἡ προσπάθειά του Ιμπραήμ νὰ καταλάβει τὸ Ναύπλιο, δηλαδὴ τὸ ἰσχυρότερο φρούριο τῆς Πελοποννήσου, ἀπέτυχε. Στὶς 13 Ἰουνίου του 1826 ὁ στρατός του συνετρίβη στοὺς Μύλους (έξω από το Ναύπλιο) ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες, ἀλλὰ ἀποφασισμένες δυνάμεις τῶν Ὑψηλάντη, Μαυρομιχάλη καὶ Μακρυγιάννη. Στο μεταξύ, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί απελευθερώνονται.

Δεύτερη ἀποτυχία τοῦ Ἰμπραὴμ ἦταν οἱ διαδοχικὲς πανωλεθρίες του στὴν Μάνη. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1826 ὁ Αἰγύπτιος ἀρχιστράτηγος προσπάθησε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Μεσσηνία στὴν Μάνη, ἀλλὰ ἡττήθηκε στὴν μάχη τῆς Βέργας (22–26 Ἰουνίου 1826) ἀπὸ δυνάμεις πολὺ μικρότερες ἀπὸ τὶς δικές του.

Ὁ Ἰμπραὴμ συνέχισε τὴν προσπάθεια, ἀλλὰ δύο ἡμέρες μετὰ ἡττήθηκε ταπεινωτικὰ στὸ Δυρὸ ἀπὸ ἄμαχο πληθυσμό. Στὶς 28 Αὐγούστου του 1826, ἐπιχειρώντας νὰ περάσει στὴν Μάνη ἀπὸ τὸ νότιο Ταΰγετο, ὑπέστη πραγματικὴ πανωλεθρία στὸν Πολυάραβο, μέ τεράστιες ἀπώλειες καὶ ἔκτοτε ἐγκατέλειψε τὶς προσπάθειές του.

Τὴν ἴδια χρονιά, σὲ κυκλωτική του κίνηση μέσῳ τοῦ ἀνατολικοῦ Πάρνωνα, ὁ Ἰμπραὴμ ἀντιμετώπισε σφοδρὴ ἀντίσταση τῶν Τσακώνων, ὅταν ἐπιχείρησε νὰ καταλάβει τὴν Καστάνιτσα. Ἡ Μάνη παρέμεινε ἀπρόσβλητη.

Οἱ δύο μεγαλύτερες, ὅμως, στρατηγικοῦ χαρακτῆρα ἀποτυχίες τοῦ Ἰμπραὴμ ἦταν πρώτον, νὰ ἐξουδετερώσει τὸν Κολοκοτρώνη. Ἡ ἐπιβίωση τοῦ Ἀρχιστράτηγου καὶ ἡ ἀδιάλλακτη στάση του, διατήρησαν ἐνεργὸ τὸν πυρῆνα καὶ τὸν στρατηγικὸ ἐγκέφαλο τῆς Ἐπανάστασης καὶ στέρησαν τὸν Ἰμπραὴμ ἀπὸ μία νικηφόρα ἔκβαση. Δεύτερον, ἡ ἀποτυχία τῆς ἐπιχείρησης «προσκύνημα», ἡ ὁποία θὰ ἐπανέφερε τὴν Πελοπόννησο στὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία, μὲ τὴν μέθοδο τῶν ἀτομικῶν δηλώσεων ὑποταγῆς τῶν κατοίκων. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα τοῦ Ἰμπραὴμ ἀπέτυχε, λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικὰ βίαιου, ἀλλὰ σωτήριου συνθήματος τοῦ Κολοκοτρώνη «Φωτιὰ καὶ τσεκούρι στοὺς προσκυνημένους».

Ὁ Γρηγόριος Δαφνῆς, στό ἔγκριτο ἔργο του, «Ἰωάννης Καποδίστριας. Ἡ γέννηση τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους [Ἀθήνα 1975, ἐπανέκδοση ἀπό τίς ἐκδόσεις Κάκτος 2018, σ. 544]», ἀναφέρει ἐπιστολή τοῦ Καποδίστρια στὸν Ἐϋνάρδο (Μάϊος 1827, ἄρα προ της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου), στήν ὁποία ὁ Καποδίστριας γράφει ὅτι ὁ συνταγματάρχης Heideck εἶχε πεῖ στὸν ἀδελφό του Βιάρο: «Δῶστε μου χίλιους καλούς στρατιῶτες ἀπὸ τοὺς δικούς μου καὶ ἀναλαμβάνω, στὴν κατάσταση ἀγωνίας ποὺ βρίσκονται ὁ Ἰμπραήμ καὶ ὁ Ρεσίτ, νὰ τοὺς ἀποτελειώσω».

Ακόμα πιὸ ἀποκαλυπτικὸ, εἶναι ἡ ἐπιστολή (τὴν ἴδια ἡμέρα) τοῦ Καποδίστρια στὸν Στούρτζα, στὴν ὁποία ἐπεσήμαινε ὅτι «εἶχε δημιουργηθεῖ στήν ξηρά ἕνα status quo, πού δέν εἶναι καθόλου δυσάρεστο γιὰ τοὺς Ἕλληνες».

Επομένως, όταν τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1827 ἔφτασαν οἱ τρεῖς στόλοι στὸ Ναυαρῖνο, ὁ Ἰμπραὴμ εἶχε ἀπειλήσει σοβαρὰ, ἀλλὰ εἶχε ἀποτύχει παταγωδῶς νὰ καταστείλει τὴν Ἐπανάσταση. Στὴν οὐσία τὸ Ναυαρῖνο προσέφερε στὸν Ἰμπραὴμ μία εὔσχημη διέξοδο.

Παρά τη βύθιση του ΟθωμανοΑιγυπτιακού στόλου, όμως, ο Ιμπραήμ και το στράτευμά του δεν έπαθαν ζημιά, γι’ αυτό και παρέμειναν να καίνε τον Μοριά για έναν χρόνο ακόμα, μέχρι να παραδώσουν τα κάστρα αμαχητί (ή με εικονικές αψιμαχίες) το 1828, στα γαλλικά στρατεύματα κατοχής/ corps d’occupation français, του Μαιζών / Maison. 

Τα πλοία που βυθίστηκαν στη Ναυμαχία ήταν έμφορτα με γυναικόπαιδα για τα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου, που ο Ιμπραήμ χρησιμοποίησε και ως “ασπίδα προστασίας ” για να μην του βυθίσουν τα πλοία,  κάτι όμως που δεν αποφεύχθηκε,  με συνέπεια να σκοτωθούν εκατοντάδες αλυσοδεμένοι Έλληνες. 

Επίσης, ο έχων το γενικό πρόσταγμα του Αιγυπτιακού στόλου, πάνω από τον Αμίρ Ταχίρ Πασά, τον Μοχαρράμ Μπέη και τον Καπιτάν Μπέη, ήταν ο Γάλλος Leterrier, που επιμελώς αποσιωπάται από την ιστορία. 

Για τη βύθιση του στόλου του, ο Σουλτάνος επέβαλε μεγάλες εμπορικές κυρώσεις και αποκλεισμούς προνομίων στις τρεις συμμαχικές δυνάμεις, κάτι που τους έθιξε και άμεσα ζήτησαν συγγνώμη με έργα αποκατάστασης και συμμαχίας.

Τι είχε όμως προηγηθεί της Ναυμαχίας;

Τον Δεκέμβριο του 1825 υπενθυμίστηκε στο νέο τσάρο Νικόλαο, ότι οι Τούρκοι δεν είχαν απομακρύνει τα στρατεύματα από την Μολδοβλαχία μετά την κατάπνιξη της επανάστασης του Αλέξανδρου Υψηλάντη, και επομένως η συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812 μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας τελούσε υπό παραβίαση. Ως συνέπεια, ο νέος τσάρος άλλαξε αμέσως πολιτική απέναντι στην Τουρκία και το πνεύμα της πολιτικής Καποδίστρια άρχισε να επανέρχεται στη ρωσική εξωτερική πολιτική.

Οι Άγγλοι για να προλάβουν μία πολεμική ενέργεια των Ρώσων έναντι των Τούρκων σπεύδουν στην Αγία Πετρούπολη και προσφέρουν την στήριξή τους στο ελληνικό ζήτημα. Η διπλωματική δραστηριότητα του Καποδίστρια ως υπουργού εξωτερικών της Ρωσίας, αλλά και οι παρασκηνιακές κινήσεις του μετά την παραίτησή του είχαν επιδράσει καταλυτικά.

Ο Καποδίστριας είχε εκλεχτεί κυβερνήτης τον Απρίλιο του 1827 από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Ακολούθησε η νέα διπλωματική επιτυχία της συνθήκης του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1827, η οποία επέφερε τη Ναυμαχία.

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’, παρὰ τὶς ἀλλεπάλληλες ἧττες του, δὲν αποδεχόταν τὴν Ἑλληνικὴ Ἀνεξαρτησία. Διέπραξε ὅμως, ἀκόμα ἕνα μοιραῖο σφᾶλμα, πού ἐπιτάχυνε τὶς εἰς βάρος του ἐξελίξεις.

Γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Ρώσσους ποὺ συνέπραξαν στὸ Ναυαρῖνο, ἀκύρωσε τὴν Συνθήκη τοῦ Ἄκερμαν, ποὺ προέβλεπε τὴν ἐλεύθερη διέλευση τῶν ρωσσικῶν πλοίων ἀπὸ τὰ Στενά. Αὐτός (καὶ ὄχι κάποιο φιλελληνικό αἴσθημα) ἦταν ὁ λόγος ποὺ ὁ τσάρος Νικόλαος διέσχισε τὸν Δούναβι ἐπικεφαλῆς ρωσσικῆς στρατιᾶς τὸν Ἰούνιο τοῦ 1828. Ὅταν τὸ φθινόπωρο τοῦ 1829 τὰ ρωσσικὰ στρατεύματα ἔφτασαν 70 χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν Πόλη, ὁ σουλτᾶνος πανικόβλητος ὑπέγραψε τὴν Συνθήκη τῆς Ἀδριανουπόλεως (14/9/1929), μὲ τὴν ὁποία ἀναγνώρισε τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος.

Άρα η Συνθήκη της Αδριανούπολης ( 1829)  εξανάγκασε το Σουλτάνο και όχι το Ναυαρίνο/Ναβαρίνο (1827) – όπως μαθαίνουμε – να οδηγηθεί στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας μας. Επίσης, όταν στὶς 18 Ἰανουαρίου 1828 ἔφτασε ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὡς Κυβερνήτης στὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἀθήνα βρισκόταν ἀκόμα ὑπὸ τουρκικὴ κατοχή. Καὶ θὰ παρέμενε ἔτσι μέχρι τὸ 1833 (!).

Με την εύστοχη, όμως, εκ μέρους του Καποδίστρια χρησιμοποίηση της αλλαγής του ενδιαφέροντος των ξένων για την Ελλάδα και με μία σειρά πολεμικών επιχειρήσεων του Ελληνικού στρατού και στόλου, οι οποίες διενεργήθηκαν υπό την κυβερνητική καθοδήγηση του Καποδίστρια, παρά την αντίδραση των ξένων δυνάμεων απέναντι σε αυτές, επιτεύχθηκε η πλήρης ανακατάληψη της Πελοποννήσου και του μεγαλύτερου τμήματος της Στερεάς Ελλάδας τον Σεπτέμβριο του 1829.

Έπειτα, μὲ τὴ Συνθήκη τοῦ Λονδίνου (3/2/1830), ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία ἀναγνώρισαν τὴν Ἑλλάδα ὡς κυρίαρχο κράτος. Αλλά «δολοφόνησαν» πολιτικά τον κυβερνήτη Καποδρίστρια, επιβάλλοντας στην Ελλάδα «Ηγεμών Κυριάρχη». Ήταν το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν, καθώς το δόγμα της Ιεράς Συμμαχίας των δυτικών μοναρχιών περί μη μεταβολής των ευρωπαϊκών συνόρων είχε πλέον ανατραπεί από τους «ξυπόλητους» Έλληνες, υπό την καθοδήγηση, όπως θα δούμε, του Ιωάννη Καποδίστρια.

Η δράση των κληρικών στην εθνεγερσία

Καθ’ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς αρκετοί αρχιερείς οργάνωσαν κινήματα κατά των Τούρκων, τα οποία μπορεί να μην πέτυχαν, κράτησαν όμως ζωντανή την ελπίδα για το «μεγάλο βήμα του Γένους».

Ενδεικτικά:

– Το 1575, κήρυξε επανάσταση στη Μάνη ο Αρχιεπίσκοπος Επιδαύρου Μακάριος Μελισίδης.

– Το 1600 και το 1609, ο Μητροπολίτης Τρικάλων Διονύσιος Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος, επαναστάτησε κατά των Τούρκων, για να συλληφθεί και να βρει μαρτυρικό θάνατο στα Γιάννινα το 1611.

– Το 1684, ο Μητροπολίτης Άμφισσας Φιλόθεος σήκωσε τα όπλα κατά των Τούρκων στην Κόρινθο, με ένοπλο σώμα που συγκρότησε και σκοτώθηκε.

– Την ίδια χρονιά, ο Μητροπολίτης Κεφαλλη­νίας Τιμόθεος Τυπάλδος συγκρότησε επανα­στατικό σώμα με 150 κληρικούς.

– Το 1770, ο Μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος στο Αίγιο και ο Μητροπολίτης Μακάριος Νοταράς στην Κόρινθο ανέλαβαν αντιστασιακή δράση κατά των Τούρκων.

– Το 1793, ο ιερέας Άνθιμος Αργυρόπουλος ίδρυσε στο ορεινό χωριό των Θεοδώριανων, στην Άρτα, ένα μοναστήρι και σχολείο για να μορφώνονται τα παιδιά. Αργότερα ήταν αυτός που όρκισε τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και τον Διονύσιο Σολωμό στη Φιλική Εταιρεία.

Εκτός αυτών, οι Μητροπολίτες Σαλώνων Τιμόθεος, Θη­βών Ιερόθεος, Λάρισας Μακάριος και Εύβοιας Αμβρόσιος συντηρούσαν ένοπλα σώματα.

Οπλαρχηγός και επικεφαλής των αρματολών των Χασίων ήταν και ο θρυλικός Παπαβλαχάχας, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τον Αλή πασά.

Ειδική αναφορά γίνεται από τους ιστορικούς στον νεαρό διάκο του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, Νικηφόρο Ρωμανίδη, ο οποίος, αφού χειροτονήθη­κε ιερέας, υπηρέτησε την Επανάσταση υπό τις διαταγές του Ανδρέα Μιαούλη.

Γενικότερα, κατά την επανάσταση πολλοί αρχιερείς και ιερείς συμμετείχαν ενεργά σε ένοπλα σώματα, ενώ πολλά μοναστήρια εξελίχθηκαν σε κέντρα εξορμήσεων κατά των Τούρκων:

– Ο Ιερομόναχος Σεραφείμ, από το Φανάρι Θεσσαλίας, ηγήθηκε της επανάστασης των Αγραφιωτών.

– Ο Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας κήρυξε την επανά­σταση στις 27/3/1821 στην περιφέρειά του, μέσα στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά Βοιω­τίας.

– Η Μονή του Οσίου Λουκά, μετά τη σύ­σκεψη του Δεσπότη Σαλώνων, στα μέσα Μαρτίου του 1821, με τους οπλαρχηγούς της περιφέρειας, Αθανάσιο Διάκο κ.ά., έγινε επαναστατικό κέντρο και χώρος κατασκευής φυσεκιών.

– Στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Πέτρας είχε στήσει το στρατηγείο του ο Δημήτριος Υψηλάντης.

– Ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης Γεώργιος Καραϊ­σκάκης είχε ως ορμητήριο τη Μονή Προυσού της Ευρυτανίας.

– Το Μοναστήρι του Ομπλού Πατρών ήταν στρατηγείο των επαναστατών της περιοχής.

– Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έλαβε το πολεμικό ξίφος μέσα στον Ιερό Ναό των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου από τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν Κωστάκη, ο οποίος ευλόγησε και τη σημαία του αγώνα του.

– Ο Χρύσανθος Πηγάς, Μητροπολίτης Μο­νεμβασίας και Καλαμάτας, το 1819, μπήκε στη Φιλική Εταιρεία και εργάστηκε εντατικά για την προετοιμασία της Επανάστασης. Συνελήφθηκε από τους Τούρκους και πέθανε στις Φυλακές της Τρίπολης μαζί με άλλους μητροπολίτες.

Tα μοναστήρια έγιναν ορμητήρια των καπεταναίων, νοσοκομεία για τους τραυματίες, καταφύγια για τους κυνηγημένους. Έδωσαν χρήματα και τρόφιμα στους αγωνιστές, όπλισαν τους επαναστατημένους, ενώ εκατοντάδες ιερείς και μοναχοί εντάχθηκαν σε ένοπλες ομάδες. Πολλοί σκοτώθηκαν και ακόμη περισσότεροι τραυματίστηκαν και φυλακίστηκαν. Πολλά μοναστήρια καταστράφηκαν, ειδικά την περίοδο του Ιμπραήμ. Και σαν να μην έφταναν αυτά, μετά την απελευθέρωση οι Βαυαροί αποφάσισαν να τα κλείσουν.

Ο Μακρυγιάννης γράφει στα απομνημονεύματά του: «… τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες μας κι όλα τ’ αναγκαία του πολέμου.»

Ο Ολλανδός πρόξενος Ντομένικο Οριγκόνο, αναφέρει: «Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί, όπως διαδίδεται, οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών».

Ο Charles Frazee στο βιβλίο του «Ορθόδοξος Εκκλησία και ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852», καταγράφει την άποψη που είχαν οι Τούρκοι για τους Αρχιερείς: «Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί πως ο ελληνικός Κλήρος είναι η πραγματική αιτία της εξεγέρσεως των Ελλήνων υπηκόων της Τουρκίας». Επίσης, αναφέρει ότι τον καιρό της Επανάστασης σε ολόκληρο το Οθωμανικό κράτος υπήρχαν 195-200 Αρχιερείς. Από αυτούς αποδεδειγμένα οι 81 είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία, χωρίς να υπολογισθούν και οι άλλοι που τυχόν ήταν Φιλικοί, αλλά δεν έχουμε επίσημες μαρτυρίες. Επίσης, από τους 200 Αρχιερείς οι 73, ποσοστό 36,5%, έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα «επώνυμα και αδιαμφισβήτητα». 42 Αρχιερείς, ποσοστό 21,0%, ταλαιπωρήθηκαν, φυλακίσθηκαν και βασανίσθηκαν. 45 Αρχιερείς, ποσοστό 22,5%, «θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων, είτε σε πολεμικές συρράξεις», το δε συνολικό ποσοστό αυτών που συμμετείχαν στον αγώνα ανέρχεται στο 80%.

Ενώ, κατά τον Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ, οι κληρικοί που σκοτώθηκαν στον Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000.

Αγία Λαύρα, 25η Μαρτίου 1821: H αλήθεια

Η εντολή της Φιλικής Εταιρείας ήταν η Επανάσταση στο Μοριά να ξεσπάσει την 25η Μαρτίου του 1821. Αν, για οποιοδήποτε λόγο δεν ξεκινούσε τότε, η επόμενη ημερομηνία είχε ήδη οριστεί στις 23 Απριλίου, του Αγίου Γεωργίου. Ξεκίνησε όμως νωρίτερα από την 25η Μαρτίου, επειδή ο Άγγλος πρόξενος Γκριν ειδοποίησε τον Γιουσούφ Πασά της Πάτρας για τις επαναστατικές προπαρασκευές.

Όπως αναφέρει ο Οθωμανολόγος Δημήτρης Σταθακόπουλος, στις δοξολογίες που γινόντουσαν ενόψει της εορτής του Ευαγγελισμού της 25ης Μαρτίου σε διάφορα μέρη (π.χ. την 17η Μαρτίου στη Μάνη) ακουγόταν ένα «σύνθημα»: Το «Χριστός Ανέστη». Αυτό, 20 μέρες πριν το Πάσχα. Μάλιστα, οι Μητροπολίτες είχαν δώσει άδεια να σφαχτούν ζώα για να φάει ο πληθυσμός κρέας, ενώ ήταν σε περίοδο νηστείας, ώστε να πάρει ο κόσμος δυνάμεις για τον ένοπλο αγώνα.

Στο  μεταξύ, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός καλείται από την κεντρική διοίκηση των Οθωμανών, να πάει στην Τριπολιτσά, όπως και οι άλλοι Έλληνες προεστοί. Στο δρόμο για την Τριπολιτσά, σταματάει στην Αγία Λαύρα, στα Καλάβρυτα. Εκεί σκαρφίζεται έναν τρόπο για να καθυστερήσει την άφιξή του στην Τριπολιτσά, ώστε να σκάσει πρώτα η επανάσταση.

Γράφεται ψεύτικο γράμμα, στο οποίο φαίνεται ότι τον ειδοποιούν από την Τρίπολη, ότι εκεί οι Τούρκοι θα τον σκοτώσουν. Το δίνουν σε έναν που δεν ήταν στην ομάδα και του λένε να φύγει κρυφά, γιατί τον Παλαιών Πατρών Γερμανό συνόδευε οθωμανική φρουρά, και μετά από μία μέρα να γυρίσει πίσω, υποτίθεται ερχόμενος από την Τριπολιτσά, ότι φέρνει ένα γράμμα για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Τους συναντάει σε ένα γεφύρι μετά τα Καλάβρυτα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κάνει ότι ταράζεται, τον βλέπουν οι Οθωμανοί που τον συνόδευαν και του παίρνουν και διαβάζουν την επιστολή. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, τους ανακοινώνει ότι για να αποφύγει τη δολοφονία επιστρέφει στην Αγία Λαύρα και όταν φτάνει εκεί κάνει τον άρρωστο.

Την 17η Μαρτίου, εορτή του Αγίου Αλεξίου, πανηγυρίζει η Αγία Λαύρα. Μαζεύονται πάνω από 2 χιλιάδες Έλληνες από όλη τη βόρεια Πελοπόννησο. Το πρωί, την ώρα της Δοξολογίας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δίνει εντολή στον Διάκο της Αγίας Λαύρας, Γρηγόριο Ντόκο, να βγάλει το παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης, που ήταν ένα λάβαρο, γιατί δεν υπήρχε πόρτα. Ο ένας τοποθετεί το χέρι του επάνω στον ώμο του άλλου και όλοι, ορκίζονται στο όνομα της Παναγίας, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ανακοινώνει ότι έφτασε η ώρα της επανάστασης και να πάει ο καθένας στον τόπο του για να ετοιμαστεί. Όταν του απαντάνε ότι δεν έχουν όπλα, τους λέει, να μην ανησυχούν και ότι έχουν κανονιστεί όλα.

Την ίδια μέρα, γίνεται ορκωμοσία στο Βουκουρέστη από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, μαζί με τους αγωνιστές του. Την ίδια μέρα, γίνεται ορκωμοσία και στην Μάνη από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος αμέσως αναχωρεί για να βρει τον Κολοκοτρώνη, έχοντας ως προορισμό την Καλαμάτα, για να δώσουν δήλωση στα εκεί προξενεία ότι έγινε εθνική αυτοδιάθεση.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, επιστρέφει στην Πάτρα, για να δώσει και αυτός δήλωση στα εκεί προξενεία των ξένων δυνάμεων ότι είμαστε σε επανάσταση και όχι σε πλιάτσικο. Η Ορκωμοσία της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό έγινε στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, στα Ψιλά Αλώνια, στην Πάτρα, την 23η Μαρτίου του 1821.

Kωνσταντίνος Μαργέλης

Λευκάδα, 15 Ιανουαρίου 2026

www.eksadaktylos.gr

.

Πηγές/Βιβλιογραφία

Άρθρο, Μελέτη Η. Μελετόπουλου, Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης:  https://hellasjournal.com/2021/12/o-zotikos-mithos-tou-navarinou-chriastikan-alla-diomisi-chronia-agona-gia-na-fthasoume-stin-apeleftherosi /

Άρθρο, Δημητρίου Σταθακόπουλου, δικηγόρου, διδάκτωρ  Κοινωνιολογίας της Ιστορίας και Πολιτισμού (οθωμανικής περιόδου) Παντείου Πανεπιστημίου: https://www.militaire.gr/o-dim-stathakopoylos-grafei-gia-ti-pragmatiki-simasia-tis-naymachias-sto-nayarino/ 

Βιβλίο, «Το 1821 από τις πηγές», Δημητρίου Σταθακόπουλου, δικηγόρου, διδάκτωρα  κοινωνιολογίας της ιστορίας και πολιτισμού (οθωμανικής περιόδου) Παντείου Πανεπιστημίου.

Άρθρο, Δημητρίου Σταθακόπουλου, δικηγόρου, Διδάκτωρ  Κοινωνιολογίας της Ιστορίας και Πολιτισμού (οθωμανικής περιόδου) Παντείου Πανεπιστημίου: https://www.kalavrytanews.com/2012/02/blog-post_1168.html

Άρθρο, Δημητρίου Σταθακόπουλου, δικηγόρου, Διδάκτωρ  Κοινωνιολογίας της Ιστορίας και Πολιτισμού (οθωμανικής περιόδου) Παντείου Πανεπιστημίου:

Άρθρο, «Ο κλήρος στην επανάσταση του 1821», στην ιστοσελίδα «Κιβωτός της Ορθοδοξίας»: https://ikivotos.gr/post/1803/o-klhros-sthn-epanastash-toy-1821/

Άρθρο «Το μοναστήρι της Παναγίας που αναστήλωσε ο Κολοκοτρώνης για να εκπληρώσει το τάμα της επανάστασης», στην ιστοσελίδα «Η μηχανή του χρόνου»: http://www.mixanitouxronou.gr/i-moni-tis-theotokoy-poy-echtise-o-kolokotronis-gia-na-ekplirosei-ena-tama-toy-deite-tin-apo-psila-drone/

.

Δημοσίευση Meganisinews.eu

Pin It on Pinterest